ΝΕΑ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ ΦΕΛΛΟΥ

Νέα και Παράξενα-Σελίδες εναλλακτικής πληροφόρησης και ειδήσεων-alternative informations

Archive for 12 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΑΝ «ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ» ΤΗΣ ΕΥΡΟΖΩΝΗΣ

Posted by satyrikon στο Φεβρουαρίου 12, 2010

Η Ελλάδα σαν τεστ για την Νομισματική Ένωση και τους απο πίσω

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ

Το ερώτημα είναι, τελικά, το πόσα κυριαρχικά δικαιώματα θα αφαιρεθούν απο την ελληνική κυβέρνηση, μια και τα βασικά μέλη της ΕΕ θα συνδέσουν το δάνειο με αυστηρούς όρους και περιορισμούς. Που θα είναι για την Ισπανία, Ιταλία ή Πορτογαλία ένας μπαμπούλας, τρέμοντας στην ιδέα, ότι κάποιος επίτροπος της ΕΕ, πού θα καθοδηγείται από το Βερολίνο και τίς Βρυξέλλες, θα καταπατά κι΄εκει τα κυριαρχικά τους δικαιώματα

του Lucas Zeise*

Όποιος κάνει χρέη, μπορεί και να πτωχεύσει. Αυτή η αρχή του καπιταλισμού, ή μάλλον του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ισχύει γενικά και χωρίς εξαίρεση για όλους και όλα, συνεπώς και για τα κράτη. Όσο περισσότερο διαρκεί η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, τόσο περισσότερο θα υποχρεώνονται οι κυβερνήσεις να συνάπτουν δάνεια, να αυξάνουν δηλαδή το δημόσιο τους χρέος και τόσο πιθανότερες και πλέον αναπόφευκτες θα γίνονται οι πτωχεύσεις κρατών.

Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην πτώχευση μιας εταιρείας και στην πτώχευση ενός κράτους. Οι εταιρίες, μετά την πτώχευση, συνήθως εξαφανίζονται από την αγορά, διότι απέτυχαν του σκοπού τους, να αποφέρουν δηλαδή στους ιδιοκτήτες τους κέρδος. Τα κράτη όμως ύστερα απο μία αποτυχία δεν καταστρέφονται. Το νόμισμα που εκδίδουν μερικές φορές εξαφανίζεται, το ίδιο και η κυβέρνηση, ο στρατός και / ή ένα μέρος του δημοσιονομικού τους συστήματος. Το κράτος το ίδιο ωστόσο εξακολουθεί, ως επί το πλείστον, να υπάρχει και σε μερικές περιπτώσεις εξέρχεται μάλιστα απο δεν κρίση ενισχυμένο. Το τι συμβαίνει σε περίπτωση πτώχευσης και μετά την πτώχευση, εξαρτάται από τις ισορροπίες εξουσίας.

Το πως και με ποια μορφή τα κράτη πτωχεύουν, εξαρτάται επίσης από την διεθνή ισορροπία δυνάμεων. Ισχυρά κράτη πτωχεύουν σπανιότερα απο ανίσχυρα κράτη. Πιο σημαντικό είναι, ότι η μορφή πτώχευσης ενός κράτους εξαρτάται από την ισορροπία της εξουσίας. Η κατάρρευση ενός ισχυρού κράτους είναι φαινομενικά ακίνδυνη και οι λόγοι που την προκάλεσαν συζητούνται δημόσια και σε ήπιο τόνο. Στην ουσία, η πτώχευση ενός κράτους σημαίνει, ότι αυτό δεν μπορεί να αποπληρώσει το σύνολο ή ένα μέρος των χρεών του. Πού σημαίνει επίσης, όχι ότι δεν μπορεί να πληρώσει το χρέος, αλλά ότι δεν το πληρώνει. Με αυτήν την έννοια, μια (ήπια μορφή) πτώχευσης ήταν, όταν η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε το 1971, παρά τις διεθνείς συμφωνίες, να μην πληρώνει για κάθε ουγγιά χρυσού περισσότερο απο $ 35. Επρόκειτο για μια μονομερή καταγγελία μιας προϋπάρχουσας υποχρεώσης χρέους που είχε αναλάβει. Μπορεί κανείς να συζητά χρόνια για το πόσο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση θα πλήρωνε για το κακό δολάριο καλό χρυσό. Η τότε κυβέρνηση υπό τον Ρίτσαρντ Νίξον είχε όμως συνειδητοποιήσει, ότι το τεράστιο χρέος απο τα δολάρια που κυκλοφορούσαν παγκόσμια, δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί με τον χρυσό του Φορτ Νοξ. Το αποτέλεσμα αυτής της πτώχευσης ήταν σημαντικό τόσο για την παγκόσμια οικονομία, για τον κόσμο εκτός Αμερικής, όσο και για τούς Αμερικανούς τους ίδιους.

Υπάρχουν λοιπον πολλές μορφές πτώχευσης. Μια εξαιρετικά επώδυνη μορφή πτώχευσης ήταν ο μεγάλος πληθωρισμός στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η νομισματική μεταρρύθμιση που επακολούθησε. Η μεταρρύθμιση εκείνη είχε κάνει ολόκληρο το δημόσιο χρέος που είχε αναληφθει σε Reichsmark χωρίς αξία και αντίκρυσμα, όχι μόνο το χρέος του κράτους, αλλά και τις αποταμιεύσεις των πολιτών, κάνοντάς τους να μισούν την Δημοκρατία. Οι τίτλοι όμως που είχαν εκδοθεί σε ξένο νόμισμα, διατήρησαν την αξια τους.

Η περίπτωση της Αργεντινής

Η εντυπωσιακότερη πτώχευση τον τελευταίο καιρό ήταν εκείνη της Αργεντινής το 2001/02. Με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) η Αργεντινή είχε συνδέσει το νόμισμα της, το πέσο, με το δολάριο, δίνοντάς την έτσι την δυνατότητα να συνάπτει δάνεια. Η κυβέρνηση και οι τράπεζες έπρεπε να πληρώνουν για τα δάνεια λίγο περισσότερο από την αμερικανική κυβέρνηση. Η σύνδεση του πέσο με το δολάριο είχε όμως κάποιες οικονομικές επιπτώσεις: Ο πληθωρισμός μειώθηκε, όμως η Αργεντινή έχασε την διεθνή ανταγωνιστηκότητα της στην βιομηχανία και τη γεωργία. Τα ξένα προϊόντα εισέβαλαν στην αγορά της, ενώ οι εξαγωγές της Αργεντινής σε γειτονικές χώρες όπως η Βραζιλία και η Ουρουγουάη μειώθηκαν, διότι τα νομίσματα των χωρών αυτών έναντι του δολαρίου και του πέσο, ήσαν μειωμένα. Το αποτέλεσμα ήταν μια βαθιά οικονομική κρίση και η ταχεία αύξηση της ανεργίας, ενώ το χρέος της χώρας στο εξωτερική και εσωτερικό πολλαπλασιάσθηκε. Η κυβέρνηση σταμάτησε αρχικά την αποπληρωμή των χρεών στο εσωτερικό και μετα και στο εξωτερικό.

Η κρίση που επακολούθησε ήταν για τους Αργεντινούς φοβερή. Από τη μια μέρα στην άλλη διεκόπη η εισαγωγή αγαθών και η εντόπια παραγωγή κατέρρευσε, επειδή η βιομηχανία δέν μπορούσε χωρίς πιστώσεις να αγοράσει πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προιόντα. Το πέσο υποτιμήθηκε δραστικά. Η κυβέρνηση, κάτω απο το επικρατήσαν κοινωνικό καί πολιτικό κλίμα, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί. Οι πιστωτές στο εσωτερικο έμειναν με άδεια τα χέρια. Ξένοι αγοραστές αργεντινών ομολόγων – σε δολάρια, Deutsche Mark, ή μετα το 1999 σε Ευρώ – πήραν το 2005 περίπου το 30 τοις εκατό του ονομαστικού ποσού που είχαν καταβάλει για τους τίτλους. Όμως μετά την βαθιά αυτή οικονομική κρίση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2002, η Αργεντινή ξαναζωντάνεψε εκπληκτικά γρήγορα – το υποτιμηθέν νόμισμα της έκανε τα προιόντα της και πάλι ανταγωνιστικά. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν όμως δραματικά. Ως υποκατάστατο για την εισροή κεφαλαίων λειτούργησαν οι πλούσιοι Αργεντινοί, οι οποίοι πρίν την κρίση είχαν φυγαδεύσει τα λεφτά τους στο εξωτερικό και τώρα τα επέστρεφαν στη χώρα, όπου εύρισκαν παρα πολλές επενδυτικές ευκαιρίες.

Η Αργεντινή είναι μια ειδική περίπτωση, γιατί μή εξυπηρετώντας το χρέος της περιήλθε σε πτώχευση. Συχνότερες όμως, σχεδόν ο κανόνας, είναι οι σχεδόν πτωχεύσεις. Ένα κράτος κινδυνεύει να γίνει αφερέγγυο, όταν για την εξυπηρέτηση των χρεών του δεν βρίσκει φρέσκο χρήμα. Για τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το οποίο παραχωρεί απευθείας ένα μικρό δάνειο και διαπραγματεύεται με την κυβέρνηση ένα πρόγραμμα λιτότητας, οπότε το κράτος στη συνέχεια παίρνει τα χρήματα από το διεθνές χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό σύστημα. Η κρίση και η πτώχευση έχουν προσωρινά αποφευχθεί.

Μια τέτοια επώδυνη διαδικασία ακολούθησε το ΔΝΤ με τις χωρες-τιγρεις της Νοτιοανατολικής Ασίας κατα την διάρκεια της ασιατικής κρίσης καθώς και με τη Βραζιλία και την Τουρκία κατά τα τέλη του περασμενου αιώνα. Και, ώ τού θαύματος, το πρόγραμμα σε αυτές τις περιπτώσεις λειτούργησε. Μέσα σε μια ευνοική παγκόσμια οικονομική συγκυρία, οι χώρες αυτές, όπως και η Αργεντινή, κατόρθωσαν να θέσουν την οικονομία τους σε μια αναπτυξιακή τροχία, παρά το ότι τα παλια χρέη τους έπρεπε να εξυπηρετηθουν.

Εκρηκτική αύξηση των δημοσίων χρεών

Στην τρέχουσα βαθιά οικονομική κρίση οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Ο πυρήνας των καπιταλιστικών κρατών – ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση και Ιαπωνία – έχουν αυξήσει σημαντικά το χρέος τους. Κυρίως για τρεις λόγους: Πρώτον, στήριξαν τον απο πτώχευση απειλούμενο χρηματοπιστωτικό τομέα των χωρών τους. Δεύτερον, προσπαθησαν να αντισταθμίσουν την εξασθένηση της ζήτησης καταναλωτικών και κεφαλαιουχικών αγαθών με κυβερνητικά προγράμματα στήριξης. Και τρίτον, δεν περιέκοψαν τις κρατικές δαπάνες, την στιγμή που οι φόροι λόγω της οικονομικής κρίσης μειώθηκαν. Αντ ‘αυτού, στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης οι δαπάνες για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης αυξήθηκαν αυτομάτως.

Τα δύο τελευταία σημεία, τα κίνητρα για την στήριξη της ζήτησης, καθώς η απόλυτη αύξηση των δημοσίων δαπανών στον κοινωνικό τομέα, που από τους οικονομολόγους ονομάζονται «αυτόματοι σταθεροποιητές», έκαναν την παγκόσμια οικονομική κρίση να φαίνεται πιο ήπια σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο. Δεν επήλθε η προς τα κάτω σπειροειδής καθίζηση στίς ελλειματικές χώρες ΗΠΑ, Βρετανία, Ισπανία, κλπ.,  η κάμψη των επενδύσεων και η συνακόλουθη κατάρρευση του παγκοσμίου εμπορίου, οι μαζικές απολύσεις, η ανεργία και η αντίστοιχη πτώσης της ζήτησης για καταναλωτικά αγαθά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησαν σε πρώτο πλάνο τα οικονομικά προγράμματα για τη σταθεροποίηση της ζήτησης, μόνο για τα δύο χρόνια 2009/10 εισέρευσαν περίπου 800 δισεκατομμύρια δολάρια, άμεσα ή έμμεσα, στις τσέπες των πολιτών και των επιχειρήσεων, πού μπόρεσαν έτσι να αγοράζουν περίπου την ίδια ποσότητα εμπορευμάτων όπως και κατά το προηγούμενο έτος και να σταθεροποιήσουν την οικονομία.

Στη Γερμανία ήταν τα οικονομικά προγράμματα στήριξης και το πρόγραμμα απόσυρσης αυτοκινήτων, που όμως σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας ήταν μικρότερης έκτασης. Η μαζική χρηματοδότηση της σύντομης απασχόλησης επιβράδυννε την αύξηση της ανεργίας και την καθοδική πορεία της οικονομίας.

Πρώτα οι πιό αδύνατοι

Σε όλα τα κεντρικά καπιταλιστικά κράτη το εθνικό χρέος αυξήθηκε το 2009 και θα αυξηθεί το 2010 ακόμη περισσότερο. Εαν μετρήσουμε το συσσωρευμένο χρέος με την τρέχουσα ετήσια οικονομική παραγωγή των χωρών αυτών, θα διαπιστώσουμε, ότι για τις ΗΠΑ και τη Γερμανία ανήρχετο το 2007 στο περίπου 60 τοις εκατό. Κατά το τρέχον έτος, το ποσό αυτό θα ανέλθει στη Γερμανία πάνω από το 80 τοις εκατό και στις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερβεί το 95 τοις εκατό. Από τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, το χρέος της ιαπωνικής κυβέρνησης είναι το υψηλότερο, αυτό το έτος θα υπερβεί το διπλάσιο της οικονομικής της απόδοσης. Η Ιαπωνία παρουσίαζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η χώρα αυτή, μετά την έκρηξη της οικονομικής φούσκας το 1990, περιήλθε σε μια οικονομική ύφεση, την οποία πιθανόν θα πρέπει να περιμένουν, με όλες της τις συνέπειες, και οι υπόλοιπες χώρες του κόσμου.

Η αύξηση των κρατικών δαπανών και το αυξανόμενο δημόσιο χρέος έχουν εμποδίσει μέχρι στιγμής την καθοδική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας όπως στη δεκαετία του 1930. Δυστυχώς όμως δεν είναι βέβαιο, ότι τελικά θα επιτευχθει η επιθυμητή ανοδος της παγκόσμιας ζήτησης. Η αύξηση των δαπανών στα κράτη που αντιμετωπίζουν κρίση, δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα την πτώση της ζήτησης, επειδή χρηματοδοτείται με χρέη, τα οποία θα πρέπει αργότερα να αναχρηματοδοτηθούν, όταν η οικονομία θα αρχίσει να αναπτύσσεται και να ρέουν και πάλι οι φόροι, πού θα μπορούσαν, αν χρειαστεί, να αυξηθούν.

Όπως όμως δείχνει το παράδειγμα της Ιαπωνίας, δεν είναι σίγουρο, ότι τα οικονομικά κίνητρα δημιουργούν μια «ιδία ανάκαμψη» και ότι η οικονομία αναπτύσσεται και πάλι σωστά. Η μικρή ανάπτυξη στα κεντρικά καπιταλιστικά κράτη κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2009 ήταν απολύτως εξαρτημένη από τις κρατικές επιχορηγήσεις. Αν οι δημόσιες δαπάνες μειώθούν, δεν θα υπάρχει καμμία ανάπτυξη.

Με άλλα λόγια, η περαιτέρω πορεία της κρίσης θα εξαρτηθεί από το πότε και πόσο γρήγορα τα εθνικά χρέη θα φτάσουν σε οριακά σημεία. Τα οποία είναι αόριστα. Όπως δείχνει το παράδειγμα της Ιαπωνίας, τα όρια αυτά μπορεί να φτάσουν πολύ πρός τα πάνω. Ωστόσο: Τα όρια αυτά υπάρχουν και τα χρέη δεν μπορεί να συνεχίζονται επ’ αόριστον, κάποτε δεν θα μπορεί να πάνε πλέον παραπέρα. Το σημαντικό είναι, αν αυτό το αντιλαμβάνονται οι πολιτικοί, η κοινή γνώμη και προ πάντων οι χρηματιστές. Κατα πως φαίνεται, η κυβέρνηση του Ομπάμα προτίθεται να ακολουθήσει μια λιγότερο επεκτατική πολιτική. Μία ένδειξη για αυτό είναι οι απειλές του προέδρου για τη ρύθμιση της λειτουργίας των τραπεζών. Διότι και στις Ηνωμένες Πολιτείες ισχύει, ότι όταν οι πολίτες πρέπει να κάνουν θυσίες, θα πρέπει και ο χρηματοπιστωτικός τομέας να κάνει έστω και μια συμβολική θυσία.

Σε κάθε περίπτωση, με τα σημερινά δεδομένα είναι απίθανο να υπάρξουν πτωχεύσεις στις κεντρικές καπιταλιστικές χώρες, πιό πιθανές είναι σε χώρες της περιφέρειας. Η Λετονία, η Ισλανδία και η Ουγγαρία έχουν ήδη υποστεί τέτοιες διαδικασίες αναδιάταξης από το ΔΝΤ, με αποτέσεσμα, οι κυβερνήσεις τους να πέσουν. Η κρίση στην παγκόσμια οικονομία αντικατοπτρίζεται στα προβλήματα χρηματοδότησης όλο και περισσοτέρων χωρών. Οι πιο αδύναμες είναι οι πρώτες που πλήττονται και τα οικονομικά τους προβλήματα επιδεινώνουν με τη σειρα τους την κρίση. Οι αγορές της Λετονίας, της Ουγγαρίας και της Ισλανδίας έχουν συρρικνωθεί. Πρόκειται βέβαια για μικρές χώρες πού δεν έχουν και τοσο μεγάλη σημασία για την παγκόσμια αγορά. Ωστόσο, όσο περισσότερες χώρες πλήττονται, τόσο αποδυναμώνεται η συνολική ζήτηση της παγκόσμιας οικονομίας.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Σήμερα ο χρηματοπιστωτικός κόσμος ασχολείται με την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα με τόσους κατοίκους, όσους έχουν η Ουγγαρία ή η Βάδη-Βυρτεμβέργη. Σε αντίθεση όμως με την Ουγγαρία, η Ελλάδα είναι μέλος της ζώνης του ευρώ. Η Ελλάδα δεν έχει ένα δικό της νόμισμα για υποτίμηση, με το οποίο, και είς  βάρος του πληθυσμού της, θα μπορούσε να κάνει την γεωργία και τη βιομηχανία της πιο ανταγωνιστική. Οι τιμές προιόντων που κατασκευάσθηκαν στην Ελλάδα δεν μπορούν να πέσουν από μια υποτίμηση. Η χώρα είναι μέλος – ή μάλλον είναι φυλακισμένη – σε μια Νομισματική Ένωση με χώρες όπως η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες, που κατά τα τελευταία δέκα χρόνια κατόρθωσαν με μεγάλη επιτυχία να χαλιναγωγήσουν τους μισθούς του ενεργού πληθυσμού τους. Το σκάνδαλο, ότι στη Γερμανία οι πραγματικοί μισθοί δεν έχουν αυξηθέι τα τελευταία δέκα χρόνια, παρά το ότι το συνολικό κοινωνικό προϊόν έχει αυξηθεί σημαντικά σε πραγματικες τιμές, το σκάνδαλο αυτό αρχίζει να εξαπλώνεται σήμερα μέσω του ενιαίου νομίσματος και σε άλλες χώρες και να δημιουργεί και εκεί κρίσεις.

Η κατάσταση του ελληνικού κράτους είναι δύσκολη, αλλά όχι καταστροφική. Η τρέχουσα καθαρή λήψη δανείων κυμαίνεται στα 13 τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), είναι δηλαδή τόσο υψηλή, όσο και σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, Ιρλανδία (δώδεκα τοις εκατό), Ισπανία (δέκα τοις εκατό) ή – εκτός της ζώνης του ευρώ – Ηνωμένες Πολιτείες (13 τοις εκατό). Το χρέος του ελληνικού κράτους είχε φθάσει στο τέλος του 2009 τουλάχιστον το 86 τοις εκατό του ΑΕΠ, ήταν δηλαδή χαμηλότερο σε σχέση με την Ιταλία (97 τοις εκατό) ή ακόμη πιο χαμηλό από την Ιαπωνία (πάνω από 200 τοις εκατό).

Όταν τα κράτη αρχίσουν να αισθάνονται την δυσπιστία της χρηματοπιστωτικής αγοράς στο νόμισμα τους, το νοιώθουν στην αξία του νομίσματος τους στο Χρηματηστήριο. Μετά έρχονται οι οργανισμοί αξιολόγησης (τα πρακτορεία Rating) που υποβιβάζουν την πιστοληπτική τους ικανότητα. Στην Ελλάδα, η οποία δεν έχει δικό της νόμισμα, οι οργανισμοί αξιολογησης ανέλαβαν στα τέλη του περασμένου έτους την πρωτοβουλια να την θέσουν σε κατάσταση συναγερμού. Ιδιαίτερα από τότε, που η δήθεν σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, πού απο το φθινόπωρο ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας, αποκάλυψε, ότι το έλλειμμα του κράτους δεν ήταν τρία, αλλά μάλλον δεκατρία τοις εκατό του ΑΕΠ. Αμέσως οι τρείς βασικότεροι οργανισμοί αξιολογησης μείωσαν την πιστοληπτική δυνατότητα της χώρας, η αξία των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μειώθηκε, ενώ το περιθώριο κέρδους των οργανισμών αξιολογησης ανέβηκε κατακόρυφα. Το λεγόμενο ασφάλιστρο κινδύνου έναντι των κρατικών ομολόγων διευρύνθηκε κατα 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας στα επίπεδα του έτους 2008/09.

Τότε όμως, όταν η οικονομική κρίση είχε φθάσει στο κατακόρυφο, οι οργανισμοί αξιολόγησης είχαν χάσει απο τους πολιτικούς κάθε αξιοπιστία, επικρατουσε δε η γνώμη, ότι οι δράσεις τους θα έπρεπε να ρυθμιστούν, να περιορισθούν και οι ίδιες να εποπτευονται σοβαρά. Αυτό σήμερα έχει ξεχαστεί. Όπως ακριβώς πριν από την κρίση, οι οργανισμοί αξιολόγησης αποφασίζουν, ποιος θα έχει στην αγορά κεφαλαίου τις πιο ευνοϊκές συνθήκες. Στις αρχές του προσεχούς έτους, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παραιτηθεί απο τούς ειδικούς συντελεστές που συμφωνήθηκαν κατα την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, δεν θα δέχεται πλέον ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που έχουν εκτιμηθεί με «Α» ως ασφάλεια για δάνεια τραπεζών. Η συνέπεια θα είναι, το ελληνικό κράτος να μήν μπορει να κάνει νέα χρέη και η ΕΚΤ, οι κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα το βρίσκουν σαν απολύτως φυσιολογικό, ότι οι οργανισμοί αξιολόγησης θα καθορίζουν την ευημερία των χωρών μελών της ευρωζώνης.

Το Ευρώ υποτιμάται

Κατά τα φαινόμενα, η Ελλάδα χρησιμοποιείται σαν τεστ και παράδειγμα και για άλλους. Η σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τις κοινωνικές υποσχέσεις που έδωσε κατα την προεκλογική της εκστρατεία. Τα πρόσφατη δραστικά μέτρα για μειώσεις δεν κρίνονται ικανοποιητικά. Στους μισθούς, οι οποίοι είχαν αυξηθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη, θα πρέπει να εισαχθουν γερμανικές προδιαγραφές. Έτσι θα δοκιμαστεί η αντίδραση της Νομισματικής Ένωσης. Οι τραπεζίτες και οι επενδυτές περιμένουν με αγωνία να δούν, πώς θα αντιδρασουν η Γερμανία, η Γαλλία και άλλες χώρες της ευρωζώνης σ’ αυτή την κατάσταση. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι απτά. Το ευρώ, λόγω της αναστάτωσης για την Ελλάδα και το μέλλον της Νομισματικής Ένωσης, μειωθηκε απο $ 1,50 σε $ 1,40. Κάτι βέβαια που δεν είναι αρνητικό ούτε για την Ελλάδα, ουτε για τις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ.

Το τεστ της Νομισματικής Ένωσης είναι ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι για τους οικονομικούς επενδυτές του κόσμου. Όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση η ίδια, έχει κι’ αυτή ένα σημαντικό ελάττωμα στον σχεδιασμό της. Το ευρώ δημιουργήθηκε ως ένα δημόσιο ίδρυμα, χωρίς όμως να έχουν γίνει οι σχετικές προβλέψεις για τα αναγκαία μέσα μιάς ενεργού νομισματικής πολιτικής. Δημιουργήθηκε μόνο μια ανεξάρτητη από την πολιτική Κεντρική Τράπεζα, η ΕΚΤ, με σκοπό να αποφευχθεί ο πληθωρισμός. Σ’ αυτό προστέθηκε, κατά παράλογο τρόπο, και η συμβαση που ονομάσθηκε «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης«, η οποία υποχρεώνει τα κράτη να διατηρούν τα χρέη τους κάτω απο το περίφημη τρία τοίς εκατό των αντίστοιχων ΑΕΠ. Η άκαμπτη αυτή σύμβαση δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί, όπως έδειξε η τελευταία ύφεση απο το 2001 μέχρι το 2005, όσες εξοικονομήσεις και αν γίνουν. Οι χώρες της ευρωζώνης έμειναν έτσι, με πρωτοβουλία της γερμανικής κυβέρνησης και της Bundesbank, χωρίς καμμια δυνατότητα ιδίας πρωτοβουλίας. Και το ευρώ έμεινε στο έλεος των χρηματοπιστωτικών αγορών. Εαν κάποια κράτη-μέλη βρεθούν σε μια κρίση, δεν είναι έχουν καμμία δυνατότητα διαπραγματεύσεων. Έτσι ενώ οι χώρες της ΕΕ εκτός της ευρωζώνης, όπως π.χ. η Λετονία και η Ουγγαρία, είχαν την δυνατότητα να στηριχθούν με χρηματοδότηση της ΕΕ, αυτό στην περίπτωση της Ελλάδας δεν επιτρέπεται.

Μπορούμε ωστόσο να στοιχηματίσουμε, ότι οι μεγάλες χώρες της ζώνης του ευρώ και κατά κύριο λόγο η Γερμανία, θα θέσουν στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης δάνεια αξιόλογου μεγέθους. Ο λόγος είναι απλός. Ιδιαίτερα στη Γερμανία δεν συμφέρει καθόλου η διάλυση της Νομισματικής Ένωσης γιατί της εγγυάται μια σταθερή εγχώρια αγορά για τα γερμανικά βιομηχανικά προιόντα. Άλλωστε το κοινό νόμισμα δημιουργήθηκε τελικά μόνο γι’ αυτό τον σκοπό, να αντιπροσωπεύει έναν ελεύθερο χώρο χωρίς νομισματικές διακυμάνσεις, ο οποίος θα αντέχει ακόμη και σε οικονομικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Το γερμανικό κεφάλαιο δεν θα διακινδυνεύσει αυτό το επίτευγμα για μια μικρή ελληνική κρίση.

Το πρόβλημα τελικά έπικεντρώνεται, στο πόσα κυριαρχικά δικαιώματα θα αφαιρεθούν απο την ελληνική κυβέρνηση. Τα βασικά μέλη της ΕΕ θα προσπαθήσουν να συνδέσουν το δάνειο με αυστηρούς όρους και περιορισμούς. Όμως οι άλλες χώρες της ΕΕ όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή η Πορτογαλία, που έχουν τα ίδια προβλήματα χρέους με την Ελλάδα, δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι, αν κάποιος επίτροπος της ΕΕ, πού καθοδηγείται από το Βερολίνο και τίς Βρυξέλλες, καταπατά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος. Γιατί κι’ αυτές, αλλά και άλλες χώρες της ΕΕ, θα μπορούσαν προσεχώς να βρεθούν στην ίδια δυσάρεστη θέση. Η διαπραγματευτική θέση της ελληνικής κυβέρνησης δεν είναι λοιπόν τόσο ασχημη. Δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να υποταχθεί η Ελλαδα στις απαιτήσεις των πιστωτών της για μείωση των μισθών, των συντάξεων και της απασχόληση στη χώρα.

Η Ισλανδία δείχνει το δρόμο

Το ότι μικρές χώρες μπορούν να υπερασπίσουν την κρατική τους υπόσταση, αυτό το έδειξε στίς αρχές τού έτους ο Πρόεδρος της Ισλανδίας, Ólafur Ragnar Grímsson. Ύστερα απο μαζικές διαμαρτυρίες του πληθυσμού, αρνήθηκε να υπογράψει έναν νόμο, που όριζε, ότι η ισλανδική κυβέρνηση θα έπρεπε να πληρώσει 3,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε πολλές ετήσιες δόσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Κάτω Χώρες. Τα χρήματα αυτά τα είχαν εισπράξει ισλανδικές τράπεζες πριν από την κρίση από αποταμιευτές υψηλού ρίσκου από αυτές τις χώρες. Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση και οι ισλανδικές τράπεζες χρεωκοπήσαν, το κράτος ανέλαβε τίς υπόλοιπες μετοχές τους για λογαριασμό του. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ, η Ισλανδία είχε την υποχρέωση να παρακολουθεί τις τράπεζες της χώρας καθώς και τις διεθνείς επιχειρηματικές δραστηριότητες τους, ενώ οι ισλανδικές τράπεζες είχαν τη δυνατότητα να συλλέγουν τα χρήματα απλήστων και άπειρων αποταμιευτών και να τα „παίζουν“ στο τζόγο του Χρηματηστηρίου.

Οι κυβερνήσεις στο Λονδίνο και στη Χάγη θέλησαν αρχικά να τορπιλίσουν τη συμφωνία ενίσχυσης του ΔΝΤ με την Ισλανδία και το αίτημα της Ισλανδίας για ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιθανώς όμως δεν θα το κάνουν, διότι είναι προφανές, ότι οι δύο κυβερνήσεις αμέλησαν, σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, να προστατεύσουν τους πολίτες τους από απατεώνες. Ακόμη και σε αυτό το σημείο η κρίση έδειξε, ότι η ΕΕ λειτουργεί οικονομικά σωστά, αλλά ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η δημιουργία της ήταν λανθασμένη.

* Ο Lucas Zeise είναι οικονομικός αρθρογράφος της εφημερίδας Financial Times Deutschland . Η τελευταία δημοσίευση του ήταν το βιβλίο „Ende der Party. Die Explosion im Finanzsektor und die Krise der Weltwirtschaft“ (Το τέλος του πάρτυ. Η έκρηξη στον χρηματοπιστωτικό τομέα και η κρίση στην παγκόσμια οικονομία), Εκδόσεις PapyRossa, δεύτερη έκδοση με προσθέσεις και βελτιώσεις, Κολωνία 2009, € 14,90

Πηγή: Junge Welt, http://www.jungewelt.de/2010/02-02/010.php
Μετάφραση: Google + Εμμανουήλ Σαρίδης

Advertisements

Posted in Αρθρα, Ε.Ε., ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ, ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΑΡΤΕΛ, ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ, NWO, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »

 
Αρέσει σε %d bloggers: